χρως

χρως
(-ωτός) ο уст. кожа;
§ εν χρώ κεκαρμένος коротко остриженный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "χρως" в других словарях:

  • χρώς — skin masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρώς — γεν. χρωτός και χροός, ο, ΝΜΑ (λόγιος τ.) φρ. «εν χρῳ κεκαρμένος» με τα μαλλιά κομμένα σύρριζα μσν. αρχ. 1. το σώμα τού ανθρώπου, η σάρκα («α. Χαῑρε χρωτὸς τοῡ ἐμοῡ θεραπεία, Χαίρε ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία», Ακάθ. Ύμν. β. «αἰεὶ τῷ γ ἔσται χρὼς… …   Dictionary of Greek

  • χροί — χρώς skin masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χροός — χρώς skin masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρωσί — χρώς skin masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρωτί — χρώς skin masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρωτῶν — χρώς skin masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρωτός — χρώς skin masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρῶτα — χρώς skin masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρῶτας — χρώς skin masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρῶτες — χρώς skin masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»